ΛΟΓΟΔΟΣΙΑΚράτος δικαίου · Διαφάνεια · Δημοκρατική ευθύνη

Σκέψη & δημόσιος διάλογος

Ποιος θα τους κάνει να λογοδοτήσουν;

Όταν οι θεσμοί δοκιμάζονται, η λογοδοσία δεν είναι σύνθημα. Είναι προϋπόθεση ελευθερίας, δικαιοσύνης και δημοκρατικής κυριαρχίας.

Όταν κινδυνεύει το κράτος, όταν δοκιμάζεται το έθνος και όταν ο μέσος πολίτης αισθάνεται ότι καταπιέζεται, φορολογείται μέχρι εξαντλήσεως, ταπεινώνεται και στερείται το δικαίωμα να σχεδιάσει το μέλλον του, ποιος οφείλει να παρέμβει;

Ποιος μπορεί να προστατεύσει τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την κοινωνική συνοχή, όταν οι ίδιοι οι θεσμοί εμφανίζονται αποδυναμωμένοι;

«Δεν υπάρχει ένας εισαγγελέας να παρέμβει;»

Η φράση αυτή αποτελεί κραυγή αγωνίας και απαίτηση για δικαίωση. Ωστόσο, ο εισαγγελέας και ο δικαστής δεν μπορούν να ενεργούν έξω από το πλαίσιο του νόμου. Και όταν το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο είναι ατελές, αντιφατικό, διάτρητο ή διαμορφωμένο κατά τρόπο που επιτρέπει την ατιμωρησία, ακόμη και οι έντιμοι λειτουργοί της Δικαιοσύνης βρίσκονται με δεμένα τα χέρια.

Δεν αρκεί, επομένως, να αναζητούμε έναν εισαγγελέα. Οφείλουμε να εξετάσουμε ποιος θεσπίζει τους νόμους, ποιος τους εφαρμόζει, ποιος ελέγχει την εφαρμογή τους και ποιος, τελικά, λογοδοτεί όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν.

Η εξουσία και ο πολίτης

Το Σύνταγμα ορίζει ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό. Στην πράξη, όμως, ένα μεγάλο μέρος της πραγματικής εξουσίας έχει απομακρυνθεί από τον πολίτη. Ασκείται μέσα από μηχανισμούς που χρηματοδοτούνται με τα δικά του χρήματα, χωρίς πάντοτε να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

Ο πολίτης πληρώνει φόρους και εισφορές. Ένα μέρος αυτών των πόρων επιστρέφει στην κοινωνία μέσω των δημόσιων υπηρεσιών. Ένα άλλο μέρος, όμως, καταλήγει σε μηχανισμούς εξάρτησης, κομματικής επιρροής, επικοινωνιακής χειραγώγησης και οικονομικής εξυπηρέτησης ισχυρών συμφερόντων.

Έτσι, ο ίδιος ο λαός χρηματοδοτεί, άμεσα ή έμμεσα, εκείνους που τον αποπροσανατολίζουν, τον διαιρούν και τον πείθουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση.

Η ελευθερία πριν από την κάλπη

Οι εκλογές μπορεί να διεξάγονται τυπικά με νόμιμο τρόπο και με τη συνδρομή έντιμων δικαστικών αντιπροσώπων. Η δημοκρατική βούληση, όμως, μπορεί να νοθεύεται πολύ πριν ανοίξουν οι κάλπες.

Νοθεύεται όταν η ψήφος εξαγοράζεται με προσωρινές παροχές, προσχηματικές επιδοτήσεις, προσωπικές εξυπηρετήσεις, διορισμούς, υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα και καλλιέργεια φόβου. Νοθεύεται όταν ο πολίτης οδηγείται στην κάλπη οικονομικά εξαρτημένος, πληροφοριακά χειραγωγημένος και κοινωνικά εξαντλημένος.

Αυτή δεν είναι ουσιαστική πολιτική ελευθερία. Είναι διαχείριση της ανάγκης.

Ισονομία ή τυπική νομιμότητα;

Γίνεται λόγος για ισονομία. Ποια ισονομία, όμως; Την ισονομία που επιβάλλει το αυτονόητο, δηλαδή ίσα δικαιώματα, ίσες υποχρεώσεις και ίση προστασία απέναντι στον νόμο; Ή μια τυπική «νομιμότητα», στο πλαίσιο της οποίας ο νόμος εφαρμόζεται αυστηρά στους αδύναμους και ελαστικά στους ισχυρούς;

Όταν η νομοθεσία μετατρέπεται σε εργαλείο προνομίων, η τυπική νομιμότητα δεν αρκεί. Ο νόμος οφείλει να υπηρετεί τη δικαιοσύνη και όχι να νομιμοποιεί την κατάχρηση, τη διαπλοκή και την επικράτηση των λίγων σε βάρος των πολλών.

Μια Δικαιοσύνη με πραγματικά μέσα

Υπάρχουν έντιμοι εισαγγελείς και δικαστές. Υπάρχουν λειτουργοί που προσπαθούν να υπηρετήσουν το Σύνταγμα και τη συνείδησή τους. Εργάζονται, όμως, μέσα σε ένα περιβάλλον ελλείψεων προσωπικού, καθυστερήσεων, ανεπαρκούς τεχνικής υποστήριξης και περιορισμένων θεσμικών εργαλείων.

Όταν οι υποστηρικτικές υπηρεσίες στελεχώνονται χωρίς αξιοκρατία, όταν η επιστημονική και ελεγκτική υποστήριξη είναι ανεπαρκής και όταν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία εξαρτώνται από υπηρεσίες που ενδέχεται να υπόκεινται σε πολιτικές πιέσεις, η απονομή της δικαιοσύνης υπονομεύεται.

Δεν αρκεί να υπάρχουν έντιμοι δικαστές και ικανοί δημοσιονομικοί ελεγκτές. Χρειάζονται θεσμική ανεξαρτησία, επαρκείς πόροι, κατάλληλη στελέχωση, σύγχρονα ελεγκτικά εργαλεία και ουσιαστική θεσμική προστασία.

Η καθημερινότητα της ανισότητας

Την ίδια στιγμή, ο απλός πολίτης φορολογείται για κάθε πτυχή της ζωής του. Ακόμη και η οικονομική υποστήριξη της οικογένειας προς ένα παιδί που σπουδάζει μπορεί να αντιμετωπίζεται με καχυποψία και γραφειοκρατική αυστηρότητα. Ο φοιτητής που λαμβάνει λίγα χρήματα από τους γονείς ή τον παππού του, προκειμένου να σπουδάσει σε ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο, καλείται να αποδείξει τα αυτονόητα.

Αντίθετα, μεγάλα κεφάλαια μπορούν να μετακινούνται εκτός Ελλάδας μέσω σύνθετων δομών, χωρίς πάντοτε να υπόκεινται στον ίδιο βαθμό ελέγχου, διαφάνειας και δημόσιας λογοδοσίας.

Η τελευταία οικονομική αντοχή της ελληνικής οικογένειας εξαντλείται. Οι νέοι ξεκινούν τη ζωή τους φορτωμένοι με προσωπικό, οικογενειακό και εθνικό χρέος, χωρίς σταθερή εργασία, χωρίς προσιτή κατοικία και χωρίς τη βεβαιότητα ότι η προσπάθεια και η μόρφωσή τους θα ανταμειφθούν.

Αξιοκρατία, ευθύνη και ελπίδα

Οι εκπαιδευτικοί αδυνατούν να παιδαγωγήσουν όταν εργάζονται σε συνθήκες οικονομικής απαξίωσης. Οι γιατροί και το προσωπικό των δημόσιων νοσοκομείων αδυνατούν να θεραπεύσουν όταν το σύστημα λειτουργεί στα όρια της αντοχής του. Οι έντιμοι και ικανοί δημόσιοι υπάλληλοι αδυνατούν να υπηρετήσουν αποτελεσματικά το κράτος, όταν η αξιοκρατία παραμερίζεται, η ανάληψη ευθύνης δεν επιβραβεύεται και η κομματική υπακοή αποκτά μεγαλύτερη αξία από την επιστημονική επάρκεια και τη συνείδηση.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ανεπαρκείς σιωπούν και υπακούν. Οι έντιμοι απομονώνονται. Οι ικανοί απογοητεύονται ή εγκαταλείπουν τη χώρα. Και οι πολίτες πείθονται ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο όφελος κάθε διεφθαρμένου συστήματος: να πείσει τον λαό ότι είναι αδύναμος. Δεν είναι.

Ο λαός παραμένει ο κυρίαρχος φορέας της εξουσίας. Για να την ασκήσει, όμως, χρειάζεται γνώση, πραγματική ενημέρωση, ανεξάρτητους θεσμούς, διαφάνεια και τη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου εκείνων που διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα και ασκούν δημόσια εξουσία.

Απαιτούμε έλεγχο, διαφάνεια, αιτιολογία και λογοδοσία. Γιατί, σε μια πραγματική δημοκρατία, κανένας πολιτικός, κρατικός λειτουργός, οικονομικός παράγοντας ή φορέας εξουσίας δεν μπορεί να βρίσκεται πάνω από τον νόμο.

Το ουσιαστικό ερώτημα

Το ερώτημα δεν είναι μόνο: «Υπάρχει ένας εισαγγελέας να τους κλείσει μέσα;»

Το βαθύτερο ερώτημα είναι: Υπάρχει κράτος δικαίου που μπορεί να διερευνήσει, να αποδείξει, να δικάσει και να τιμωρήσει, χωρίς φόβο, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς εξαιρέσεις;

Και, τελικά: Ποιος θα καταφέρει να κάνει όσους καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη του λαού και τη δημόσια εξουσία να λογοδοτήσουν;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένας άνθρωπος. Η απάντηση πρέπει να είναι μια κοινωνία ενημερωμένη, ενεργή, ελεύθερη και αποφασισμένη να διεκδικήσει εκ νέου τη δημοκρατική της κυριαρχία.